ζωή

ἡ ζωή жизнь (syn. βίος)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ζωή" в других словарях:

  • ζωή — η жизнь; ΦΡ. αιώνια / μεταθανάτια / άλλη / μέλλουσα ζωή вечная / посмертная / другая / будущая жизнь Слово употребляется в Евангелии для обозначения «вечной жизни» – αιώνιον ζωήν, а также часто встречается в словах Христа: εκ του θανάτου εις την… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Ζωή — η Зоя – 1) имя некоторых святых жен Православной Церкви; 2) женское имя Этим. дргр. «жизнь» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Ζωῇ — Ζωή living fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωῇ — ζωή living fem dat sg (attic epic doric ionic) ζωός alive fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ζωή — living fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωή — living fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) ζωός alive fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζῴη — ζωή living fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωή — Παρότι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της ζ. αποτελούν ακόμα αντικείμενο συζητήσεων, μπορούμε να δεχτούμε τον ορισμό ότι: ζωντανό είναι το ον εκείνο που, εξατομικευμένο στο περιβάλλον για έναν καθορισμένο χρόνο, έχει την ικανότητα να διατρέφεται, να… …   Dictionary of Greek

  • ζωή — η 1. το να υπάρχει κάποιος: Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα (Σολωμός). 2. τρόπος ζωής: Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή. – Ειδυλλιακή ζωή. – Η ζωή στην επαρχία είναι ανυπόφορη. 3. ύπαρξη οργανικών ουσιών, όντων: Δεν είναι βέβαιο αν υπάρχει ζωή… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζωή — [зои] ουσ. Θ. жизнь, существование …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ζώῃ — ζώω gu̲ie pres subj mp 2nd sg ζώω gu̲ie pres ind mp 2nd sg ζώω gu̲ie pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.